Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Προικοσύμφωνο της Σύρου από το 1671


Από τα αρχεία της Νομαρχίας Κυκλάδων το ακόλουθον προικοσύμφωνον.

Ένα προικοσύμφωνο που υπεγράφη το 1671 στη Σύρο λίγο πριν από το γάμο της Κατής και του Μανωλάκη. Αφού ο πατέρας της νύφης δηλώνει ρητά ότι «δίνει» την κόρη του Κατή στον Μανωλάκη και αφού πρώτα σημειώνει ότι καταρχάς δίνει στο ζευγάρι την αγάπη του και την ευχή του να ευτυχήσουν, περιγράφει αναλυτικά την προίκα της κόρης του: Ρούχα, ζώα, φαγητά και μια καμαρούλα.

Εν έτι 1671 μηνί Ιανουαρίω ημέρα δεκάτη εν Σύρω.

Eν ονόματι της Αγίας Τριάδος και της Κοκκίνης προστάτιδος της νήσου Σύρου Προκοσύμφωνον της πρώτης μας κόρης και της θυγατρός του Κωστάκη και της Σμαράγδας και της μακαρίτισσας της γυναικός μου Πιπινίτσας ήτις θα πάρη νόμιμον σύζυγον τον Ντεμογιαννάκη του Κωνσταντάκη της Πιπινίτσας Πηνελόπης Βαρβαρίτσας.

Και εγώ και η μακαρίτισσα η γυναίκα μου Πιπινίτσα δίδομεν την συγκατάθεσίν μας εις το να πάρη η κόρη μας Κατή, νόμιμον σύζυγον και να τον έχη να τον νέμεται μέρα νύκτα, τον Ντεμογιαννάκη Μανωλάκην του Κωνσταντάκη και της Πιπινίτσας Πηνελόπης Βαρβαρίτσας.

Εν πρώτοις δίδομεν από τα φύλλα της καρδιάς μας την ευχήν να τρισευτυχήσουν και να πολυχρονίσουν.

Δεύτερον δε τέσσαρα εικονίσματα το πρώτον ευς ξύλον δυνατόν και χονδρόν δύο δάκτυλα και τα άλλας εις αχιβάδα.

Τρία υποκάμισα τα δύο μικρά και το ένα μεγάλο, δύο μικρά αποκατινά (εσώβρακα) παστρικά, ατρύπητα και ολόγερα.

Δύο μισοφόρια ολόγερα και μπουγαδιασμένα.

Ενάμισυ ζευγάρι κάλτσες εως ότου να γίνη ο γάμος έχη καιρόν να πλέξη και την άλλη για να γίνουν δύο ζευγάρια.

Ενα φουστάνι από τσίτι ριγωτό, άλλο ένα από σακονέτα της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου.

Ενα μανδύλι του λαγιού και δύο μανδοσαλάμια

Μια φασκιά για τα καλορίζικα

Δύο ζεύγη παπούτσια το ένα μπαλωμένο

Σαράντα πήχες βρακοζώνα και μετά τον θάνατο του παπού μας άλλη τόση.

Του γαμβρού μια σκούφια να την φορή βραδιά παρά βραδιά δια να μη του τρυπήση γρήγορα.

Δύο τσουκάλια κάστρινα της καραίτισσας της γιαγιάς μου

Δύο φλιτζάνια του καφέ χωματίνια.

Το αμελέτητο με δύο χέρια νεροπαστρικό και άπιαστο

Τρεις βελόνες της κάλτσας.

Ένα ζάρφι χωματένιο

Ενα στρώμα μπαλωμένο της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου από φύλλα καλαμόφυλλα.

Ενα λύχνο χωματένιο και άλλον έναν από ντενεκέ

Ενα κλειδί

Μια ψυράγγα (χωράφι) ίθα με μιά παλέστρα του γαϊδάρου

Τρία ρεάλια, πέντε παράδες και επτά άσπρα.

pra143Κοντά με όλα αυτά που τους κάμαμεν τους νοικοκυραίους της Σύρου την μίαν κάμαραν του σπιτικού που καθούμαστε και άμα πεθάνω εγώ και ο παππούς της Κατής όλο το σπίτι.

Ακόμη δε και αυτά 2 κόττες ένα πετεινό, είκοσι αυγά, ένα κόσκινο, μία μπιρμπιτσέλια σπητίσια μακαρόνια, και αν προφθάσουμεν θα κάνουμε άλλα τόσα.

Δέκα οκάδες ελιές και πέντε οκάδες χαμάδα, 2 βάζα κάπαρι, δύο ντουζίνες χήνους, σαράντα κοπόνια κρομμύδια όλα αυτά να τα κάμουν θάλασσα να τρών και να πίνουν όλο το οκταήμερο γαμβρός και νύμφη και όλο το συμπεθεριό και οι ποιό κοντά γειτόνοι.

Εις τον γαμβρόν, την Κατή με τα ούλα της.

Ο πενθερός

Κωνσταντάκης της Σμαράγδας

Εν Σύρω τη 10 Ιανουαρίου 1671

πηγή: k-mag.gr

Η παραλία Λογγάς στις Περουλάδες της Κέρκυρας

φωτογραφία: Βασίλης Μεταλληνός - πηγή: epod.usra.edu

Στην παραπάνω φωτογραφία φαίνονται τα ιζηματογενή στρώματα στην παραλία Λογγάς, στο χωριό Περουλάδες στην Κέρκυρα. Τραβήχτηκε νωρίς το απόγευμα τις 23ης Μαρτίου του 2013. Τα στρώματα του βράχου αποτελούνται κυρίως από αργιλικά ιζήματα με στρώματα άμμου να τα χωρίζει. Σε μερικά σημεία της παραλίας, ο άνεμος και τα κύματα έχουν "φάει" το άκρο του γκρεμού. Εδώ ακόμη μια άποψη της παραλίας.

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Aquasonic Acoustics: υπνωτικά fractal από ήχους ζώων

Γαλάζια φάλαινα

Ο Mark Fischer είναι ένας 51χρονος προγραμματιστής και μηχανικός υπολογιστών, ο οποίος οπτικοποίησε τον ήχο που κάνουν διάφορα ζώα στο project του "Aquasonic Acoustics". Στο project του, παίρνιε τα κύματα του ήχου διαφόρων ζώων και τα μετατρέπει σε διάφορα πανέμορφα και πολύχρωμα σχέδια. Δημιουργεί δηλαδή, κάτι σαν καλειδοσκόπιο με τη βοήθεια των μαθηματικών και των υπολογιστών. Τα σχέδια μοιάζουν με fractal.

Δελφίνι Atlantic Spotted

Φάλαινα Humpback

Γρύλλος

Φάλαινα False Killer

Φάλαινα Humpback

Φάλαινα Minke

Βόρειος Καρδινάλιος

Όρκα

Γράμπος

Κουκουβάγια Spectacled

Δελφίνι White Beaked

Δελφίνι White Beaked

Η ιστορία του τραγουδιού "Κεμάλ" από τον ίδιο τον Μάνο Χατζιδάκι


Ακούστε την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκιπα, της ανατολής
απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,
που νόμισε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.
αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων.

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό
στη Μοσσούλη, τη Βασσόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί.
τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά
απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη, απ’ τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει την θηλιά
μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δύο γέρικες καμήλες μ’ ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.
πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ’ αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο βλέπουν μπρος τους τον Αλλάχ
που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
«νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ
Καληνύχτα...

"Terrible Tilly": ένας εγκαταλελειμμένος φάρος που έγινε δυσάρεστο μέρος για τους νεκρούς


Στις 21 Ιανουαρίου του 1881 άναψε επίσημα ο πιο ακριβός -και πιο επικίνδυνος- φάρος της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ, ο Tillamook Rock Light. Τέθηκε εκτός λειτουργίας το 1957 και 20 χρόνια μετά ανοικοδομήθηκε σαν τόπος ανάπαυσης για τους νεκρούς.

Όμως ο βράχος Tillamook ποτέ δεν ήταν ησυχαστήριο. Επισφαλώς τοποθετημένο σε ένα μικρό νησί του Ειρηνικού στα ανοικτά της ακτής του Όρεγκον, ο φάρος έγινε γνωστός ως "Terrible Tilly" (η Τρομερή Matilda) λόγω του ανεμοδαρμένου περιβάλλοντός του.


Το 1980, το κτήριο αγοράστηκε από μια ομάδα επενδυτών και μετατράπηκε σε "Eternity at Sea Columbarium", δηλαδή, κάτι σαν οστεοφυλάκιο αλλά για αποτεφρωμένους. Όταν όμως τοποθέτησαν περίπου 30 τεφροδόχους στον φάρο, το "Eternity at Sea" έχασε την άδεια του και το 2005 απορρίφθηκε ένα νέο αίτημα για επαναλειτουργία.


Σύμφωνα με τους New York Times:

"Το δημοτικό συμβούλιο αναφέρει ότι οι ιδιοκτήτες δεν κράτησαν ακριβή αρχεία των προσώπων που βρίσκονται εκεί και αυτό γιατί οι λάρνακες ήταν τοποθετημένες σε σανίδια και τσιμεντόλιθους, όχι σε κόγχες.

Δυο λάρνακες χάθηκαν, όταν βάνδαλοι έσπασαν και άνοιξαν τις πόρτες. Πουλιά μπήκαν μέσα και έχτισαν φωλιές πριν επισκευαστούν οι πόρτες".


Η πρόσβαση στον βράχο Tillamook απαγορεύονταν πάντα λόγω ου καιρού. Σήμερα ο μόνος τρόπος για πάει κάποιος στο νησί είναι με ελικόπτερο. Και επειδή είναι κάτι σαν καταφύγιο άγριων ζώων, ούτε οι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το επισκεφτούν κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού, επειδή τα πουλιά χτίζουν φωλιές.

Μια λαοθάλασσα!

φωτογραφία: optickarma

Στις 29 Φεβρουαρίου του 2012, η Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Ολλανδίας νίκησε σε φιλικό αγώνα στο Γουέμπλεϊ την αντίστοιχη της Αγγλίας, 3-2. Λίγη σημασία έχει για πολλούς το γεγονός. Η παραπάνω long exposure φωτογραφία (exposure 7'', apperture f8, ISO 200) είναι τραβηγμένη μετά το τέλος του αγώνα. Σ' αυτήν, Άγγλοι οπαδοί φεύγουν από το γήπεδο, ενώ οι ιππείς αστυνομικοί, προφανώς, δεν κινούνται.

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Ο μύθος του Ισπανού κονκισταδόρου και η "Πηγή της Νεότητας"

Το όνομα του Πόνθε ντε Λεόν δέθηκε με την Πηγή της Νιότης 14 χρόνια μετά το θάνατο του (The Granger Collection, NYC)

Ο Χουάν Πόνθε ντε Λεόν ποτέ δεν έξαψε για την Πηγή της Νεότητας, αλλά πως ξεκίνησε αυτός ο μύθος;

Γιατί η 29η Μαΐου 1913 θεωρείται η πιο επεισοδιακή μέρα στην ιστορία της μουσικής


Εκείνη την ημέρα η ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα του νέου τότε θεάτρου των Ηλυσίων Πεδίων στο Παρίσι επρόκειτο να ακούσει και να δει επί σκηνής πράγματα που ούτε είχε ξανακούσει ούτε είχε δει στο παρελθόν...

Στο άκουσμα των πρώτων μέτρων του θρυλικού πλέον ορχηστρικού έργου του νέου, άγνωστου τότε Ρώσου συνθέτη Ιγκόρ Στραβίνσκι με τίτλο «Η ιεροτελεστία της άνοιξης», ψίθυροι και γενικευμένη ταραχή άρχισαν να εξαπλώνονται στην αίθουσα με ρυθμούς... καλπάζουσας επιδημίας.

Σύμφωνα με κάποιους διάσημους παριστάμενους, όπως ο Μαρσέλ Προυστ, ο Πάμπλο Πικάσο, η Γερτρούδη Στάιν, ο Μορίς Ραβέλ και ο Κλοντ Ντεμπισί, μέσα στη γενικευμένη αναστάτωση μπορούσες να διακρίνεις από κοροϊδευτικά γέλια και σχόλια μέχρι και ύβρεις.

Με το άνοιγμα δε της αυλαίας και την αποκάλυψη της... ανορθόδοξης χορογραφίας, οι διαμαρτυρίες εντάθηκαν φτάνοντας στην κορύφωσή τους. Παρ' όλα αυτά, τόσο η ορχήστρα όσο και οι χορευτές – υπό τις χορογραφικές οδηγίες του τεράστιου Βάσλαβ Νιζίνσκι – συνέχισαν απτόητοι, αλλά ήταν αδύνατον να ακούσει κανείς έστω και την παραμικρή νότα, καθώς το γενικευμένο χάος στην πλατεία επικάλυπτε τα πάντα.

Διαφαινόταν το ξέσπασμα έντονης σύγκρουσης, πράγμα που αποδείχθηκε ευθύς στην πράξη όταν δύο «παρατάξεις» συνεπλάκησαν πετώντας ντομάτες και άλλα αντικείμενα, με αποτέλεσμα να απομακρυνθούν δια της βίας περίπου 40 άτομα.

Οι κριτικές ήταν ανελέητες: «πρόκειται για έργο άφρονος..., για απλή κακοφωνία», έγραφε ο Πουτσίνι, τη στιγμή που Ανρί Κιτάρ έκανε λόγο για αβάσταχτη βαρβαρότητα.

Ήταν η 29η Μαΐου του 1913, μία χρονολογία που θα έμενε ανεξίτηλη στην ιστορία της μουσικής, αλλάζοντας για πάντα τον ρου της.

Σήμερα, πλέον, θεωρείται ένα από ρηξικέλευθα αριστουργήματα του 20ου αιώνα που συλλαμβάνει και αποδίδει με μοναδικό τρόπο τη γονιμοποιό δύναμη της γης, συμπυκνώνοντας μέσα του ένα ευρύ φάσμα παραδόσεων από τη λιθουανική φολκ μέχρι τις πιο επεξεργασμένες μορφές της κλασικής σύνθεσης.

Έχει επίσης χρησιμοποιηθεί σε ταινίες, έχει ανέβει εκατοντάδες φορές και έχει μελετηθεί από χιλιάδες μουσικούς και μουσικολόγους σε όλο τον κόσμο.



πηγή: iefimerida.gr

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης - ντοκιμαντέρ του Νational Geographic

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ - πηγή

Τρίτη 29 Μαΐου 1453: Οι Τούρκοι αρχίζουν την επίθεση από την πύλη του Αγίου Ρωμανού όπου το τείχος ήταν σχεδόν κατεστραμμένο. Οι πρώτες επιθέσεις αποκρούσθηκαν μετά από μάχη σώμα με σώμα στις οποίες ήταν παρόντες ο Ιουστινιάνης και ο Κωνσταντίνος. Σ' αυτή τη μάχη τραυματίστηκε ο Ιουστινιάνης και κατέφυγε στο Γαλατά.

29 Μαΐου 1453: οι τελευταίες ώρες της Βασιλεύουσας - Μια ιστορία θάρρους και προδοσίας - 2ο Μέρος


Του Βενιζέλου Λεβεντογιάννη

Το πρώτο μέρος εδώ

Θεοδοσιανά τείχη. Μέγα τείχος. Ξημερώματα Τρίτης 29 Μαΐου
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα η πεδιάδα του Λύκου ποταμού, γέμιζε αργά από ένα ανθρώπινο ποτάμι. Δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες ο ένας δίπλα στον άλλο συγκεντρώνονταν και ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση. Στην πρώτη γραμμή οι “άτακτοι”, οι βασιβουζούκοι, το ανομοιογενές ασκέρι που ακολούθησε τον Σουλτάνο στην εκστρατεία του για το πλιάτσικο. Ψηλά από τα τείχη οι υπερασπιστές χαμογέλασαν. Δεν τους φόβισε ο τεράστιος όγκος του πρώτου κύματος των επιτιθεμένων. Ίσα ίσα τους εξυπηρετούσε τόσο κοντά που ήταν ο ένας με τον άλλον. Δεν θα χρειαζόταν καν να σημαδεύουν. Το σχέδιο του Μεχμέτ ήταν απλό σε σύλληψη. Θα εξουθένωνε τους υπερασπιστές μέχρι τελικής πτώσεως. Ήταν λίγοι και ο στρατός του, υπερδεκαπλάσιος. Είχε κόσμο να θυσιάσει ενώ εκείνοι όχι. Μπορούσε να στέλνει στρατεύματα κατά κύματα μέχρι το σπαθί στα χέρια των υπερασπιστών πάνω στα τείχη να γίνει ασήκωτο από τις συνεχόμενες μάχες.

Μόλις δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης, η φύση τρόμαξε! Χιλιάδες κραυγές, αλαλαγμοί, φωνές, και επικλήσεις στον Αλλάχ, έσκισαν τον σκοτεινό ουρανό της Κωνσταντινούπολης. Τα κανόνια από το στρατόπεδο του Τούρκου αυθέντη, ξερνούσαν φωτιά προς τα τείχη. Μεταλλικά σκεύη και τύμπανα χτυπούσαν σε ένα δαιμονισμένο ρυθμό που πάγωνε το αίμα. Τα πράσινα μπαϊράκια του Μεχμέτ και των Οθωμανών κυμάτιζαν ξέφρενα μέσα στο σκοτάδι.

Ο Πρωτοστράτορας από τα τείχη μονολόγησε: “ελάτε...” και χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο τρομακτικό. Στη συνέχεια ούρλιαξε: “Στα όπλα. Έρχονται τα σκυλιά. Φωνάξτε τον Αυτοκράτορα, χτυπήστε τις καμπάνες.” Σε λίγα λεπτά ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, ο αυθέντης της Κωνσταντινούπολης έπαιρνε τη θέση του στα τείχη ανάμεσα στους υπερασπιστές, σαν απλός στρατιώτης. Ο Ιουστινιάνης γύρισε το κεφάλι του και τον είδε να δένει τον μεταλλικό του θώρακα. Βρισκόταν ακριβώς πίσω του στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Σε ένα τείχος ψηλότερα από όλους. Ούρλιαξε με την βαριά φωνή του για να ακουστεί μέσα στον χαλασμό που έκαναν τώρα και όλες οι καμπάνες από κάθε εκκλησιά της Πόλης: “Κλείδωσε μας. Κλείδωσε μας” Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος του έγνεψε καταφατικά και με μια κίνηση των χεριών του, έδειξε στον Ιουστινιάνη ότι τον ευχαριστεί.

Οι βαριές πόρτες εξόδου, στα νώτα των υπερασπιστών προς την πόλη έκλεισαν και κλειδώθηκαν. Τώρα όποιος ήταν στα τείχη ή θα νικούσε ή θα πέθαινε. Πάνω στην Πέμπτη ο Ιουστινιάνης έδινε τις τελευταίες οδηγίες. Οι καμπάνες συνέχιζαν να χτυπούν άγρια, τα τύμπανα να κάνουν τη γη να τρέμει και οι βασιβουζούκοι να ουρλιάζουν και να εφορμούν προς τα τείχη. Από ψηλά φαινόντουσαν να είναι άπειροι δεκάδες χιλιάδες.

“Τώρα” ούρλιαξε ο Πρωτοστράτορας και μια πυκνή βροχή από βέλη, από μεταλλικές μπίλιες και από μικρές γρανιτένιες πέτρες από τα μικρά πυροβόλα των υπερασπιστών, θέρισαν τις πρώτες σειρές των επιτιθεμένων. Σαν να προσέκρουσαν σε κάποιον αόρατο τοίχο οι βασιβουζούκοι σταμάτησαν και σωριάζονταν νεκροί. Από ψηλά οι τοξότες άδειαζαν τις φαρέτρες τους σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Δεν σημάδευαν αλλά κανένα βέλος δεν πήγαινε χαμένο. Τόσο πυκνές ήταν οι γραμμές των Οθωμανών ατάκτων. Τα τηλεβόλα και τα αρκεβούζια των βυζαντινών και των Λατίνων είχαν πάρει φωτιά.

Ο αθυρόστομος Ιουστινιάνης έτρεχε πάνω κάτω και εμψύχωνε τους συμπολεμιστές του: “Για την τιμή της Χριστιανοσύνης... θερίστε τους...κάντε τους να ξεχάσουν τις μάνες τους...”, ήταν οι ηπιότερες εκφράσεις που χρησιμοποιούσε. Οι 800 σιδερόφρακτοι σύντροφοι του, με μια κίνηση έβγαλαν τα σπαθιά τους και περίμεναν. Μαζί τους και οι Βυζαντινοί.

Οι Βασιβουζούκοι ήταν ένα ασκέρι ατάκτων από κάθε μεριά του κόσμου. Όταν κατάλαβαν ότι με τις φωνές και τις κραυγές η πόλη δεν πέφτει, δείλιασαν. Οι βυζαντινοί τους μακέλευαν και δεν είχαν προλάβει καν να πλησιάσουν τα τείχη. Έκαναν να υποχωρήσουν. Ο τεράστιος όγκος των χιλιάδων αυτών ερασιτεχνών πολεμιστών ξαφνικά άλλαξε μέτωπο και υποχωρούσε. Γυρνούσε πίσω. Ο Μεχμέτ που παρακολουθούσε τη μάχη περίμενε την εξέλιξη αυτή. Κούνησε κοφτά το κεφάλι του και έδωσε ένα σύνθημα. Αμέσως στα νώτα των υποχωρούντων βασιβουζούκων ανέλαβαν δράση οι τρομεροί Τσαούσηδες. Αξιωματικοί του Οθωμανικού στρατού. Επαγγελματίες στρατιώτες έπαιξαν το ρόλο του στρατονόμου. Με τα τεράστια γιαταγάνια τους αλλά και με βαριά μεταλλικά ρόπαλα τιμωρούσαν, σκότωναν, ή άφηναν ανάπηρο όποιον υποχωρούσε. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Οι βασιβουζούκοι αφού είδαν εκατοντάδες συντρόφους τους να πέφτουν από σπαθί συμπολεμιστή τους επειδή υποχωρούσαν, άλλαξαν πάλι μέτωπο και ξεχύθηκαν προς τα τείχη. Τουλάχιστον αν πέθαιναν πάνω στη μάχη από το σπαθί των γκιαβούρηδων, θα πήγαιναν στον παράδεισο.

Η τεράστια τάφρος που βρισκόταν μπροστά από το “Μικρόν τείχος” είχε βάθος 10 μέτρα και πλάτος 21. Έπρεπε να την περάσουν να τρέξουν 17 μέτρα ακάλυπτοι και να φτάσουν στο Μικρόν τείχος. Τότε όλα θα ήταν πιο εύκολα αφού η πρώτη αμυντική γραμμή των Βυζαντινών είχε ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς των προηγούμενων ημερών. Το Μικρόν τείχος ήταν πλέον ένας ξύλινος φράχτης και όχι το πέτρινο τείχος, πάχους 2,5 μέτρων και ύψους 8,5 που ήταν πριν.

Σε λιγότερο από μισή ώρα η βασιβουζούκοι δεν χρειαζόταν να διασχίσουν την τάφρο με πρόχειρες γέφυρες ή άλλα μέσα. Τώρα απλά πατούσαν στα πτώματα των συντρόφων τους και περνούσαν απέναντι. Η τεράστια τάφρος είχε γεμίσει με νεκρούς άτακτους...

“Στο Μικρό” φώναξε ο Ιουστινιάνης και οι κατάφραχτοι ιππότες του άφησαν το Μέγα τείχος και κατέβηκαν στον ξύλινο φράχτη. Όσοι Βασιβουζούκοι δεν εξολοθρεύονταν πάνω από τα τείχη με τα τόξα και τα αρκεβούζια, και διέσχιζαν τη τάφρο, έπεφταν επάνω στους συντρόφους του Πρωτοστράτωρα. Τα όπλα τους ήταν αδύνατον να τρυπήσουν τις πανοπλίες των ιπποτών. Ήταν μια εύκολη μάχη για τους βυζαντινούς. Χωρίς ασπίδες και μεταλλικούς θώρακες τα τεράστια σπαθιά των Λατίνων του καπετάν Γιουστουνιά, τους εξολόθρευαν τρεις–τρεις με κάθε χτύπημα. Μετά από 3 ώρες μάχης σώμα με σώμα οι Βασιβουζούκοι διατάχτηκαν να υποχωρήσουν. Οι υπερασπιστές ούρλιαζαν από χαρά και ενθουσιασμό. Οι πανοπλίες, τα πρόσωπα, τα μαλλιά τους ήταν κατακκόκινα από το αίμα των Τούρκων. Οι απώλειες τους ήταν ελάχιστες. Όμως τα χέρια τους βάραιναν επικίνδυνα.

“Μοιράστε τους κρασί και να ξεκουραστούν” έδωσε εντολή ο Ιουστινιάνης αλλά η ματιά του πάγωσε καθώς κοίταξε προς το εχθρικό στρατόπεδο. Τη θέση των ατάκτων μετά από 3 ώρες μάχης έπαιρνε τώρα ο τακτικός στρατός των Οθωμανών. Αμέτρητες σειρές από Αλοφατζήδες (ουλουφατζήδες), από Καρίπηδες, από Δελήδες από Μποσταντζήδες και φυσικά από Σπάχηδες, εφορμούσαν προς τα τείχη. Ήταν ξεκούραστοι και ήθελαν να αποδείξουν ότι δίκαια άνηκαν στον τρομερό στρατό του Σουλτάνου. Από την άλλη οι υπερασπιστές άρχιζαν να καταβάλλονται από την κούραση. Και ο Σουλτάνος δεν τους άφησε ούτε λεπτό για να ξεκουραστούν.

“Κουράγιο αδέρφια” Βροντοφώναξε ο Αυτοκράτορας από τα τείχη. “Ότι έπαθαν οι προηγούμενοι θα πάθουν και αυτοί.”

Και πράγματι έτσι έγινε. Επί τρεις ώρες οι υπερασπιστές έκοβαν όπως ο ξυλοκόπος τα δέντρα, το νήμα της ζωής των χιλιάδων Οθωμανών στρατιωτών. Τρεις ώρες μάχης σώμα με σώμα που εάν υπολογίσουμε και τις προηγούμενες, συνολικά οι υπερασπιστές των τειχών πολεμούσαν 6 ώρες αδιάκοπτα. Έξη ώρες να σηκώνουν και να κατεβάζουν συνέχεια ένα βαρύ σπαθί και να μακελεύουν...

Η κούραση άρχισε να τους καταβάλει. Αυτή τη φορά όμως οι απώλειες ήταν μεγάλες. Ο τακτικός στρατός του Σουλτάνου δεν πολεμούσε με αυτοσχέδια σπαθιά, ρόπαλα και τσουγκράνες. Είχε όπλα και πανοπλίες σχεδόν εφάμιλλες με τους Βυζαντινούς και τους Λατίνους. Η άμυνα της Πόλης κρεμόταν σε μια κλωστή. Δεν ήταν λίγοι οι υπερασπιστές που βρήκαν τον θάνατο κατατρυπημένοι από τους εχθρούς, απλά και μόνο επειδή δεν μπορούσαν να σηκώσουν άλλο το σπαθί τους από την κούραση. Τα αυτιά όλων κόντευαν να σπάσουν. Τα τύμπανα δεν είχαν σταματήσει λεπτό. Το ίδιο και οι καμπάνες. Οι κλαγγή των όπλων και οι εκρήξεις μαζί με τις κραυγές των πολεμιστών δημιουργούσαν ένα σκηνικό κολάσεως.

Γλυκοχάραζε και ο θεός φαινόταν ότι δεν είχε αποφασίσει σε ποιόν θα έδινε τη νίκη. Η πεδιάδα του Λύκου ήταν τώρα ένας λασπότοπος γεμάτος αίματα και χιλιάδες πτώματα. Κάπου κάπου κάποιος τραυματίας εκλιπαρούσε για λύτρωση. Κομμένα μέλη, κομμένα κεφάλια, ανθρώπινες ακαθαρσίες. Η μυρωδιά του θανάτου.

Ο Σουλτάνος άρχισε να νιώθει άβολα. Η αποτυχία του έκλεινε πονηρά το μάτι. Η Πόλη απέναντι του όχι μόνο άντεξε αλλά και διέλυσε μεγάλο μέρος του στρατού του. Έβλεπε ήδη με τη φαντασία του, τους “Μουγκούς” να τον πνίγουν κάποιο βράδυ στον ύπνο του, με μεταξωτό κορδόνι. Διέταξε και το δεύτερο κύμα να υποχωρήσει και έστρεψε το κατασκότεινο πρόσωπο του προς τον Αγά των Γενιτσάρων που στεκόταν πίσω και αριστερά του. Θα τα έπαιζε όλα για όλα. Ή θα κέρδιζαν οι γενίτσαροι του ή θα τον περίμενε ο θάνατος και η ατίμωση.

“Είμαι ένας από εσάς” είπε στον Αγά. Εκείνος υποκλίθηκε βαθιά και έσπευσε να δώσει τις εντολές του. Οι Γενίτσαροι ήταν έτοιμοι να εφορμήσουν. Σαν σκυλιά που με αλυσίδα τα κρατά ο κύριος τους και τώρα τα άφησε κάλυπταν τρέχοντας την απόσταση μέχρι τα τείχη. Οι εκκλησίες πλέον δεν χτυπούσαν τις καμπάνες τους. Από το στρατόπεδο του Τούρκου αυθέντη δεν ακούγονταν τύμπανα. Επικρατούσε μια νεκρική σιγή που τσάκιζε τα νεύρα. Όλοι στα τείχη βαστούσαν την ανάσα τους. Οι Γενίτσαροι έτρεχαν σκυφτοί. Κοίταζαν μόνο μπροστά. Δεν φώναζαν, ούτε ούρλιαζαν όπως οι προηγούμενοι. Το θεωρούσαν υποτιμητικό. Απλά έτρεχαν.

«Αυτοί είναι οι τελευταίοι, αδέρφια μου» φώναξε ο αυτοκράτορας από ψηλά. «Κρατήστε τις θέσεις σας, μην λιγοψυχάτε τώρα». Οι Γενίτσαροι πέρασαν την τάφρο, πέρασαν και το Μικρό τείχος και έφτασαν κάτω από το Μέγα τείχος. Έστησαν με ταχύτητα τις σκάλες τους. Από ψηλά οι υπερασπιστές άδειαζαν καυτό λάδι, και πετούσαν πέτρες προς τα κάτω. Οι Γενίτσαροι ένας προς έναν συναντούσαν τιμημένα τον δημιουργό τους. Κανείς τους δεν φώναζε. Κανείς τους δεν ούρλιαζε. Και όποιος πέθαινε αμέσως κάποιος άλλος έπαιρνε τη θέση του…

Είναι η στιγμή που ο χρόνος σταματάει… Είναι η στιγμή που μια αυτοκρατορία πεθαίνει... Είναι η στιγμή που χίλια και βάλε χρόνια περνάνε στο παρελθόν. Η μοίρα λες και αμφιταλαντευόταν τόσες ώρες, αποφάσισε να δώσει τη νίκη στους Οθωμανούς. Εξάλλου η έκπληξη θα ήταν εάν η Πόλη δεν έπεφτε... Έπεσε με τρία απλά μοναδικά στην ιστορία γεγονότα που έκριναν τα πάντα.

Ο Μεχμέτ έβλεπε τους Γενίτσαρους του να τσακίζονται σωρηδόν πάνω από τα τείχη. Η Βασιλεύουσα δεν έπεφτε. Έτριψε τον σβέρκο του. Ήξερε τη μοίρα του. Ετοιμάστηκε να σημάνει υποχώρηση. Τότε συνέβησαν σχεδόν ταυτόχρονα τρία μοιραία για το Βυζάντιο γεγονότα.

Στη Βόρεια πλευρά του τείχους. Κάτω σχεδόν από το παλάτι των Βλαχερνών σε μια μικρή γωνιά του που κάνει ο τοίχος βρίσκεται ένα πορτάκι. Μια μικρή πόρτα ξύλινη, που κάποτε οι αυτοκράτορες χρησιμοποιούσαν όταν έβγαιναν για κυνήγι στο δάσος του Βελιγραδίου. Το πορτάκι σχεδόν δεν φαίνεται ακόμη και εάν κάποιος είναι πολύ κοντά. Οι πολιορκημένοι πολλές φορές το είχαν χρησιμοποιήσει στις εφόδους τους. Έβγαιναν μέχρι και 50 και ταχύτατα με τα άλογα τους σάρωναν όποιον Οθωμανό στρατιώτη έβρισκαν. Μετά σαν φαντάσματα έμπαιναν πάλι από την πόρτα αυτή την ασφάλιζαν και έπαιρναν τις θέσεις τους στα τείχη.

Με κάποιο τρόπο «μαγικό» η πόρτα, αυτή την μοιραία στιγμή βρέθηκε ανοιχτή. Την ξέχασαν καθώς επέστρεφαν μετά από κάποια επιδρομή οι Βυζαντινοί; Κάποιο χέρι από μέσα που ήθελε να μπουν οι Οθωμανοί, την ξεκλείδωσε; Κανείς δεν ξέρει, ούτε θα μάθει ποτέ. Από την πόρτα μπήκαν κάποιοι Γενίτσαροι οι οποίοι έγιναν αντιληπτοί σχεδόν αμέσως από τους Βυζαντινούς. Με άλογα και πεζή, οι υπερασπιστές έπεσαν πάνω τους και τους εξολόθρευσαν. Ένας από εκείνους όμως κατάφερε να σκαρφαλώσει στο τείχος και να τοποθετήσει τη σημαία του Σουλτάνου. Η σημαία δεν κατέβηκε…

Την ίδια στιγμή σαν να έπαιζε ένα παιχνίδι η μοίρα, ο Πρωτοστράτορας, ο άνθρωπος που ουσιαστικά μαζί με τον αυτοκράτορα κρατούσε την Πόλη, τραυματίζεται. Ο Ιουστινιάνης είδε μέσα από την κατάμαυρη πανοπλία του να ξεπηδά αίμα. Κάποιο βόλι ή τόξο καρφώθηκε χαμηλά στην κοιλιά του. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος και όσο περνούσε η ώρα ο Ιουστινιάνης σφάδαζε. Οι σύντροφοι του, άφησαν τις θέσεις τους στις πολεμίστρες και έτρεξαν να προστατεύσουν τον ηγέτη τους. Από τα τείχη έφυγε η ελίτ της άμυνας οι σιδερόφραχτοι ιππότες του Γενουάτη γίγαντα. Οι γενίτσαροι συνέχιζαν να ανεβαίνουν… Ο Πρωτοστράτορας φώναξε στον Κωνσταντίνο να του πετάξει τα κλειδιά της Πύλης για να φύγει. «Αδελφέ» απάντησε με αγωνία από ψηλά ο Παλαιολόγος «άντεξε λίγο ακόμη σε παρακαλώ». Ο Ιουστινιάνης σε κρίση πανικού και φρικτού πόνου ούρλιαξε: «Πέταξε μου τα κλειδιά ανάθεμα με. Πεθαίνω δεν το βλέπεις;». Ο αυτοκράτορας υποχώρησε και πέταξε τα κλειδιά. Οι πιστοί σύντροφοι του Ιουστινιάνη άφησαν τα τείχη και κρατώντας τον στα χέρια έτρεξαν προς τα 2 πλοία που τους περίμεναν στο λιμάνι. Οι Βυζαντινοί ήταν πλέον μόνοι τους. Αργότερα πολλοί κατηγόρησαν τον Ιουστινιάνη ότι λιγοψύχησε και για ένα μικρό τραυματισμό έφυγε. Η πραγματικότητα είναι όμως εντελώς διαφορετική. Ο Ιουστινιάνης σε όλες τις ημέρες της πολιορκίας, ποτέ δεν δείλιασε, ποτέ δεν έκανε πίσω. Πρώτος δίπλα στον Κωνσταντίνο απωθούσε τους Οθωμανούς. Ευκαιρίες να φύγει είχε πολλές. Και μάλιστα να αλλάξει και στρατόπεδο γεμίζοντας τις τσέπες του με χρυσάφι. Δεν το έκανε. Έμεινε στις επάλξεις. Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης πέθανε τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου, όταν τα 2 πλοία του έδεσαν στη Χίο. Κάποιοι ιστορικοί, σύγχρονοι της Αλώσεως μιλούν ανοιχτά ότι το βόλι που τον βρήκε τον πέτυχε από πίσω. Το βόλι δεν ήταν Τούρκικο...

Στον τάφο του στην εκκλησία του Αγίου Δομίνικου στη Χίο αναγραφόταν στα Λατινικά: "Ένθαδε κείται Ιωάννης Ιουστινιάνης, ανήρ περικλεής και πατρίκιος Γενουήσιος εκ των Μαονέων της Χίου, όστις, κατά την εκστρατείαν του βασιλέως των Τούρκων Μωάμεθ εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, μεγαλοψύχως ηγεμονεύων παρά το γαληνοτάτω Κωνσταντίνω, τελευταίω των ανατολικών Χριστιανών αυτοκρατόρι, θανασίμως πληγωθείς απέθανε."

Το τρίτο περιστατικό που συνέβη σχεδόν ταυτόχρονα με τα άλλα δύο ήταν και αυτό καθοριστικό. Την ίδια στιγμή λοιπόν που στις επάλξεις κυμάτισε για πρώτη φορά το μπαϊράκι του Σουλτάνου, την ίδια στιγμή που ο Πρωτοστράτωρας τραυματίστηκε και αποχώρησε, μια ομάδα Γενιτσάρων, καθοδηγούμενη από τον Καφέρ Μπέη, σκαρφάλωσε στα τείχη και πάτησε το πόδι της κάτω από τον Άγιο Ρωμανό. Εκεί κάποιος θηριώδης Γενίτσαρος που πλέον από τους Τούρκους θεωρείται ήρωας, ο Χασάν από το Ουλουμπάτ (Ουλουμπατλί Χασάν τον φώναζαν) συνοδευόμενος από μια ομάδα 30 συντρόφων του κατάφερε να προχωρήσει κατά μήκος στις επάλξεις, απωθώντας τους παραπαίοντες αμυνόμενους. Με μια σημαία του Σουλτάνου Μεχμέτ στο αριστερό και ένα τεράστιο κυρτό σπαθί στο δεξί χέρι, κράτησε για λίγα λεπτά τη θέση του περικυκλωμένος από Βυζαντινούς. Οι άλλοι γενίτσαροι που τον είδαν εμπνεύστηκαν από το θάρρος του και όρμησαν με περισσότερη λύσσα κατά των υπερασπιστών. Ο γιγαντιαίος γενίτσαρος κάρφωσε τη σημαία του Ισλάμ στα τείχη της Βασιλεύουσας των χριστιανικών πόλεων. Σύντομα οι αμυνόμενοι ανασυντάχτηκαν και με ομοβροντία από βέλη, πέτρες και ακόντια έριξαν κάτω τους 30 Γενίτσαρους και κύκλωσαν τον Χασάν. Με κόκκινα μάτια από την ένταση της μάχης του επιτέθηκαν, τον γονάτισαν και στην κυριολεξία τον κομμάτιασαν. Τα ελάχιστα λεπτά που άντεξε όμως ήταν αρκετά για ακόμη περισσότερους γενίτσαρους να σκαρφαλώσουν στα τείχη. Η μάχη είχε κριθεί.

Ο Σουλτάνος που παρακολουθούσε πλέον από κοντά τη μάχη, ενώ είχε σηκώσει το χέρι να σημάνει υποχώρηση, είδε με το έμπειρο μάτι του την αναταραχή στις γραμμές των υπερασπιστών. Αντί για υποχώρηση έδωσε εντολή όλες οι δυνάμεις να πέσουν στο σημείο εκείνο. Σαν πλημμυρίδα χιλιάδες άνδρες άρχισαν να εισβάλλουν στον θύλακα που ο Σουλτάνος υπέδειξε. Οι αμυνόμενοι υποχώρησαν υπό το βάρος του αριθμού των επιτιθεμένων. Σε ένα τέταρτο 30.000 Οθωμανοί ανέβηκαν στα τείχη. Τώρα όλοι ούρλιαζαν απόκοσμα και έσφαζαν όποιον συναντούσαν. Η Πόλις Εάλω. Η υποχώρηση έγινε πανικός.

Πύλη Αγίου Ρωμανού πρωινό 29 Μαΐου 1453

Το πρόσωπο του Αυτοκράτορα είχε μεταβληθεί σε μια μάσκα πόνου. Δεν πίστευε και ο ίδιος πόσο γρήγορα και ξαφνικά ανατράπηκε η κατάσταση. Οι Οθωμανοί έμπαιναν πλέον από παντού. Μέσα στον πανικό και τον χαμό ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν αδύνατον να κάνει το παραμικρό. Έστρεψε το πρόσωπο του προς τα πίσω. Έβλεπε από ψηλά την αγαπημένη του πόλη να ψυχορραγεί. “Όλα τελείωσαν λοιπόν” σκέφτηκε και πρόσταξε την φρουρά του να αποχωρήσουν. Με ψυχραιμία κατέβηκε από τον Άγιο και μπήκε στην Πόλη. Τον συνόδευαν οι καλοί του φίλοι , Ο Ιωάννης Δαλματός, ο Δον Φρανσίσκο ντε Τολέδο, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Καντακουζηνός. Έτρεχαν στα στενά δρομάκια της Πόλης. “Άρχοντα μου θα ήταν συνετό να αποφύγουμε τους μεγάλους δρόμους για να φτάσουμε στο λιμάνι” τον συμβούλεψε ο Θεόφιλος. Οι σφαγές οι λεηλασίες, οι βιασμοί, οι κλεψιές είχαν ξεκινήσει και τα ουρλιαχτά του κόσμου και οι απεγνωσμένες επικλήσεις για βοήθεια έκαναν τον Αυτοκράτορα να σταθεί.

“Δεν φεύγω” είπε. “Η πόλη μου πεθαίνει και μαζί της θα πεθάνω και εγώ”. Από κάποια σκιερή γωνία ξεπρόβαλε τρέχοντας μια πολυάριθμη ομάδα γενιτσάρων που είχε επιδοθεί σε ανελέητο πλιάτσικο και δολοφονίες. Κοντοστάθηκαν μόλις είδαν τους 5 αρματωμένους άνδρες. Ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, ο αυτοκράτορας της Βασιλεύουσας δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Ξεθήκωσε το σπαθί του και όρμησε. Πίσω του οι σύντροφοι του έκαναν το ίδιο. Όπως η φωτιά καίει τα δάση, έτσι και ο Κωνσταντίνος θέριζε τους Γενίτσαρους. Δεχόταν χτυπήματα αλλά παρέμενε όρθιος. Σε λίγα λεπτά οι 4 σύντροφοι του κείτονταν νεκροί. Είχε περικυκλωθεί. Η πανοπλία και ο μανδύας του ήταν μέσα στα αίματα. Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα. Όχι από πόνο. Δάκρυα για τον χαμό της θεοφύλακτης Πόλης. Ο Κωνσταντίνος ζύγισε το σπαθί στο κουρασμένο του χέρι. "Δεν υπάρχει ένας Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;" φώναξε και όρμησε για δεύτερη φορά. Δέχτηκε από πίσω ένα δυνατό χτύπημα. Όλα μαύρισαν στα μάτια του. Κατέρρευσε . Οι γενίτσαροι έπεσαν πάνω του...Κανείς ποτέ δεν τον ξαναείδε...

Ο Οθωμανός ιστορικός Ορούχ, έγραψε αργότερα: “Ο άμοιρος αυτοκράτορας ήταν 49 ετών όταν πέθανε. Όποιες και αν ήταν οι συνθήκες του θανάτου του, φαίνεται ότι προσπάθησε μέχρι και την τελευταία στιγμή να κρατήσει τη φλόγα του Βυζαντίου αναμμένη. Ο κυβερνήτης της Ιστανμπούλ ήταν γενναίος και δεν ζήτησε έλεος. Ήταν ένας άξιος αντίπαλος”.

Οι δρόμοι της Κωνσταντινούπολης γλιστρούσαν από το αίμα που έρεε. Τα κομμένα κεφάλια μέσα στο λιμάνι, έμοιαζαν καρπούζια στον πάγκο του μανάβη. Τόσα πολλά ήταν. Στον κεράτιο σε ένα Πύργο 40 κρητικοί τοξότες είχαν ταμπουρωθεί και δεν έκαναν πίσω. Κάθε προσπάθεια των Οθωμανών να καταλάβουν τον Πύργο, αποτύγχανε. Οι κρητικοί ήταν λιοντάρια. Η Πόλη είχε πέσει αλλά οι Κρητικοί δεν παραδίδονταν. Ο Μεχμέτ το έμαθε. Θαύμασε την αντρειοσύνη τους. Η εντολή του ήταν σαφής: “ Αφήστε τους να φύγουν. Αφήστε τους τιμητικά να πάρουν μαζί τους και τη σημαία τους. Όποιος τολμήσει να πειράξει έστω και έναν από αυτούς θα θανατωθεί. Δώστε τους και ένα πλοίο. Το αξίζουν...”

Αγία Σοφία πρωινό 30ης Μαΐου 1453

Ο Μεχμέτ ήταν έξαλλος. Άφριζε στην κυριολεξία από το κακό του. Όταν βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ακόμη και η προσωπική του φρουρά φρόντιζε να μην βρίσκεται στο οπτικό του πεδίο. Δεν το είχε σε τίποτε να διατάξει τον αποκεφαλισμό όποιου ανθρώπου ήταν δίπλα του, την λάθος ώρα.

Σύμφωνα με τους ιερούς νόμους του Ισλάμ εάν μια πόλη επαρεδίδετο τότε τα στρατεύματα, την καταλάμβαναν αναίμακτα και απαγορευόταν να αγγίξουν την περιουσία αλλά και τους ανθρώπους της. Εάν μια πόλη αρνείτο να παραδοθεί και τα στρατεύματα την καταλάμβαναν εξ εφόδου τότε οι στρατιώτες επί 3 ημέρες είχαν δικαίωμα να κάνουν ότι θέλουν στους ανθρώπους και την περιουσία τους. Να την οικειοποιηθούν να πάρουν σκλάβους, να πάρουν χρυσάφια και κοσμήματα. Οτιδήποτε, αλλά για 3 ημέρες. Η Κωνσταντινούπολη ήταν στη δεύτερη περίπτωση. Όμως εάν ο Μεχμέτ άφηνε τους άνδρες τους για τρεις ημέρες, εκείνοι θα ισοπέδωναν την Πόλη. Δεν θα έβρισκε τίποτε όρθιο.

Ο Μεχμέτ αποφάσισε να μην περιμένει να περάσει το τριήμερο. “Μπαίνουμε μέσα” είπε στον Βεζίρη του και λίγη ώρα αργότερα μια τεράστια πομπή περπατούσε στους δρόμους της Βασιλεύουσας. Πρώτος πάνω στο λευκό του άλογο ήταν ο Μεχμέτ, ζωσμένος με το σπαθί του Οσμάν. Έφτασε έξω από την Αγία Σοφία. Από μέσα οι κραυγές του κόσμου ήταν ανατριχιαστικές. Ξέζεψε και πεζός έφτασε στην είσοδο. Με αργές κινήσεις έσκυψε και πήρε μια χούφτα χώμα από το έδαφος. Έριξε το χώμα πάνω στο τουρμπάνι του, ως πράξη ταπεινότητας απέναντι στον θεό. Ο Μεχμέτ μπήκε από την είσοδο και μονολογούσε το ποίημα ενός Πέρση ποιητή: “ Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της και η κουκουβάγια κρώζει στους οίκους του Αφραστάβ...”

Είδε το εσωτερικό της εκκλησιάς ασφυκτικά γεμάτο. Όσοι είχαν προστρέξει εκεί για να σωθούν είχαν αλυσοδεθεί και ήταν έτοιμοι για τα σκλαβοπάζαρα. Πολλοί κείτονταν νεκροί. Αίμα έρεε στα πλακάκια του Οίκου του Θεού. Κάποιοι γενίτσαροι συνέχιζαν να ξηλώνουν τα μάρμαρα, συνέχιζαν να χαλάνε τις χρυσοποίκιλτες εικόνες. Ο Μεχμέτ έγινε έξαλλος. Πλησίασε έναν γενίτσαρο που ξήλωνε κάποια μάρμαρα “Γιατί τα χαλάς” τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε. “Για την πίστη μας Σουλτάνε μου” απάντησε εκείνος. Με το βαρύ μεταλλικό κοντάρι του τον χτύπησε με όλη του τη δύναμη στο κεφάλι. . Το κρανίο άνοιξε σαν τριαντάφυλλο και υγρά με αίμα άρχισαν να χύνονται. “ΤΕΛΟΣ” βροντοφώναξε ο Μεχμέτ “Κανείς και ποτέ δεν θα παραβιάζει διαταγή δική μου. Σας είπα ότι τα κτίρια μου ανήκουν”

Στη συνέχεια ήρεμος έδωσε εντολή να μπουν μέσα οι ιερείς του Ισλάμ. Σε λίγη ώρα στην Αγία Σοφία θα τελούταν η πρώτη προσευχή στον Αλλάχ...

πηγή: onalert.gr

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

29 Μαΐου 1453, οι τελευταίες ώρες της Βασιλεύουσας - Μια ιστορία θάρρους και προδοσίας - 1ο Μέρος


Θεοδοσιανά τείχη. Μέγα τείχος. Βράδυ Δευτέρας. 28 Μαΐου.
Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στην γεμάτη άταφα πτώματα, πεδιάδα του Λύκου. Σε λίγη ώρα θα ξημέρωνε. Η Πόλη των πόλεων, θα ζούσε άλλη μια ημέρα σκληρής πολιορκίας.

Ο "Τοίχος του Λένον" στην Πράγα

Αύγουστος 1981 - πηγή

Παρά τις προσπάθειες της αστυνομίας να αποθαρρύνει τους γκραφιτάδες, το γκραφίτι που έχει σαν έμπνευση του Beatles είναι ένα μέρος που προκαλεί τους καλλιτέχνες εδώ και δεκαετίες

Κρυμμένος σε μια γωνία του δρόμου, μακριά από την τουριστική κίνηση και τη φασαρία που διαποτίζει συνήθως την Πράγα, ο Lennon Wall κόβει την ανάσα. Κάθε σπιθαμή του τοίχου είναι γεμάτη με γκραφίτι για το θρυλικό Σκαθάρι καθώς και με στοίχους των τραγουδιών των Beatles.

1993 - πηγή

Η πρώτη ζωγραφιά με την εικόνα του Λένον έκανε την εμφάνιση της στον τοίχο (απέναντι από την Γαλλική πρεσβεία) μετά τη δολοφονία του τον Δεκέμβριο του 1980. Αμέσως, έγινε σημείο αναφοράς για πολιτικά γκραφίτι και γκραφίτι εμπνευσμένα από τους Beatles. Η αστυνομία έκανε πολλές προσπάθειες να καθαρίσει τον τοίχο, αλλά εις μάτην.

Ο τοίχος ανήκει στους Ιωαννίτες Ιππότες, και μετά τις τόσες μάταιες προσπάθειες να τον κρατήσουν καθαρό, τελικά ενέδωσαν.

2009 - πηγή

Το πρώτο "ποντίκι" ήταν ξύλινο!

Το πρώτο πρότυπο, όπως το σχεδίασε ο Bill English από τα σχέδια του Engelbart - πηγή

Το "ποντίκι", το μικρό αυτό εξάρτημα του υπολογιστή, είναι το εργαλείο με το οποίο κάνουμε πολλές από τις εργασίες μας στον υπολογιστή.

Αλλά το ξέρατε ότι το πρώτο ποντίκι ήταν ξύλινο;

Βασικό χαρακτηριστικό του ποντικιού είναι το trackball του. Το πρώτο γνωστό trackball εντοπίζεται στο Καναδικό Ναυτικό το 1952. Αυτό το ποντίκι ήταν για την ακρίβεια, μια μπάλα του μπόουλινγκ, συνδεδεμένη με ένα περίπλοκο σύστημα που μπορούσε να αισθανθεί την κίνηση της μπάλας και να μιμηθεί την κίνηση της σε μια οθόνη.

Το πρώτο ποντίκι στα χέρια του Douglas Engelbart - πηγή

Έντεκα χρόνια μετά, ο Douglas Engelbart έγινε ο πατέρας του σύγχρονου ποντικιού. Ανέπτυξε ένα gadget με βάση το ξύλο χρησιμοποιώντας δυο ρόδες για να κινείται μπρος-πίσω. Ήταν το πρώτο ποντίκι που χωρούσε σε ανθρώπινο χέρι.

Αστικοί Μύθοι: Η στήλη των Όφεων


Η στήλη στέκει μπροστά στο κτίριο της ΔΕΗ της Αγίου Δημητρίου, αθέατη θαρρείς. Τόσο που διασχίζοντας το πεζοδρόμιο κινδυνεύεις να πέσεις επάνω της. Και ίσως η σύγκρουση μαζί της να είναι και ο μόνος τρόπος για να την προσέξεις. Στο χρώμα που παίρνει η πέτρα όταν βρίσκεται εκτεθειμένη για αιώνες στην ύπαιθρο και αργότερα στα καυσαέρια, έχει αποκτήσει ένα φυσικό καμουφλάζ που την κάνει να διατηρείται απαρατήρητη. Στο σημείο που βρίσκεται κανείς από τους δημάρχους που πέρασαν από την δημαρχιακό θώκο δεν επιχείρησε να την αναδείξει και παραμένει άγνωστη στους περισσότερους πολίτες, ακόμα κι αυτούς που κατοικούν στη γειτονιά. Και ρωτήσαμε αρκετούς.

Και όμως... Πρόκειται για το μοναδικό ελληνιστικό μνημείο που διασώζεται στην Θεσσαλονίκη. Ο θρύλος λέει ότι κάποτε επί τουρκοκρατίας γέμισε η πόλη φίδια, τα οποία παρατηρήθηκε να συγκεντρώνονται γύρω της λες και είχαν ξεπεταχτεί από τα σωθικά της. Και τα φίδια δήλωναν την παρουσία του κακού για τις δοξασίες της εποχής. Έτσι απέκτησε και την όνομα «Στήλη των Όφεων». Αυτό το περιστατικό συνέβη τον προ προηγούμενο αιώνα και θορύβησε τόσο τους κατοίκους που κάλεσαν αρχικά έναν ραβίνο που δεν κατάφερε να τα απομακρύνει και μετά έναν εξορκιστή χότζα, ο οποίος και κατάφερε να τρέψει σε φυγή τα ερπετά, χρησιμοποιώντας τις μαγικές του δυνάμεις. Έτσι τουλάχιστον λέει ο μύθος!


Η κολόνα αυτή, ίσως να αποτελούσε πολύ παλιότερα μέρος κάποιου δημόσιου πιθανόν κτιρίου. Η στήλη ήταν τοποθετημένη σε βάθρο πέντε βαθμίδων. Με τις αλλεπάλληλες εργασίες ευθυγράμμισης του οδοστρώματος σταδιακά το βάθρο της στήλης καλύφθηκε, ενώ είχε ύψος 1,60 μέτρα και η στήλη 2,80 με 3,20 μέτρα.Οι Τούρκοι τη χρησιμοποιούσαν ως κολόνα για το φωτισμό της περιοχής και στο πέρασμα των αιώνων φιλοξένησε λαδοφάναρο, αργότερα λάμπα φωταερίου και τέλος ηλεκτρικό φως. Σε παλαιότερες φωτογραφίες στην άκρη του βάθρου υπήρχε και μια δημόσια κρήνη και γούρνα για να δροσίζονται περαστικοί και υποζύγια. Εδώ βρισκόταν στις αρχές του αιώνα η εβραϊκή συνοικία Γιλάν Μερμέρ.


Είναι πραγματικά άξιο απορίας και ικανό να διατηρήσει δεισιδαιμόνιες γύρω από την ύπαρξη της η διατήρησή της σε πείσμα των αιώνων που εξαφάνισαν οτιδήποτε άλλο συνδέονταν σε κτιριακό επίπεδο μ΄αυτήν. Διέφυγε από τους Βυζαντινούς, την σεβάστηκαν οι Τούρκοι, που απέδιδαν υπερφυσικές ιδιότητες στους αρχαίους κίονες, και τελικά αποφασίστηκε η τύχη της στην αιώνια ανωνυμία και αφάνεια στη μοντέρνα εποχή. Αυτή η μυστηριώδης κολόνα βρισκόταν, λοιπόν, στην οδό Αγίου Δημητρίου εμπρός στο κτίριο του εργοστασίου ηλεκτροφωτισμού της Ηλεκτρικής Εταιρείας Θεσσαλονίκης, έργο του αρχιτέκτονα Pierro Arrigoni, που κάηκε το 1959. Η κολόνα παρέμεινε εκεί και σήμερα έχει θαφτεί όλη βάση της, αλλά εξακολουθεί να στέκεται εκεί σε τέτοιο βαθμό εγκατάλειψης που είναι να απορεί κανείς.


Η στήλη σήμερα είναι αρκετά αλλοιωμένη χωρίς ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ή αισθητικό ενδιαφέρον και οι μόνοι που δείχνουν να ενδιαφέρονται γι΄αυτήν είναι οι συνήθεις ύποπτοι που μουτζουρώνουν αδιακρίτως με πάσης φύσεως υπογραφές κάθε άγραφη επιφάνεια της πόλης. Μέχρι πρόσφατα, μάλιστα, ο ΟΤΕ τη χρησιμοποιούσε ως τηλεφωνική κολόνα. Κρίμα.

* Η παλιά φωτογραφία και οι πληροφορίες είναι από το βιβλίο "Η Δύση της Ανατολής", εκδ. ΜΙΕΤ. Οι πρόσφατες είναι της Ελένης Βράκα.

πηγή: parallaximag.gr

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Ένα κυπελλάκι από φελιζόλ διακοσμημένο μέσα και έξω με ένα στυλό!


Πριν δυο εβδομάδες, ο Redditor SquishyMcPhee ανέβασε μερικές φωτογραφίες που φαινόταν ένα κυπελλάκι από φελιζόλ το οποίο ήταν διακοσμημένο μέσα και έξω με ένα στυλό. Οι λεπτομέρειες είναι καταπληκτικές, αλλά περισσότερη έκπληξη προκαλεί το πόσο καλά είναι τα σχέδια μέσα στο κυπελλάκι.


Το θέμα έγινε viral στο Imgur και έχει 939.000 θεάσεις. Αρχικά, κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ο καλλιτέχνης, αλλά αναγνωρίστηκε πρόσφατα ως ο William Hersey, ο οποίος λέει πως αυτός είναι ο δικός του τρόπος για να ανακυκλώνει κύπελα από φελιζόλ. Αντί να τα πετάει, τα διακοσμεί και τα δίνει σε διάφορους.








Το πρώτο εργοστάσιο της Harley-Davidson


Όταν ο 21χρονος William S. Harley (Ουίλιαμ Χάρλεϊ), το 1901, ολοκλήρωνε το πρώτο σχέδιο μηχανής (116 cc) για να προσαρμόζεται σε ποδήλατο, ποτέ δεν είχε φανταστεί, πως η εταιρία που ίδρυσε το 1903, με τον παιδικό του φίλο Arthur Davidson (Άρθουρ Ντέιβιντσον), στο Μιλγουόκι των ΗΠΑ, θα ήταν η μια από τις δύο βιομηχανίες μοτοσικλετών που θα κατάφερναν να επιβιώσουν από την ύφεση του 1929 και οι μηχανές τους, θα ήταν αντικείμενα λατρείας, με εκατομμύρια πιστούς οπαδούς σε όλο τον κόσμο, ακόμα και σήμερα!

Στην φωτογραφία, το πρώτο ... εργοστάσιο της H-D! Ήταν μια ξύλινη καλύβα, διαστάσεων 3x4,5 μέτρων και την επιγραφή "Harley-Davidson Motor Company" κακογραμμένη στην πόρτα.

Μια αντικαπνιστική πινακίδα από το 1915!


Το κάπνισμα ήταν μια συνήθεια των κατοίκων της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής, πριν ακόμα αυτές ανακαλυφθούν από τους Ευρωπαίους και που μεταφέρθηκε και στην Ευρώπη και την Ασία μετά το 1556.

Τη δεκαετία του 1920, Γερμανοί επιστήμονες ανακάλυψαν ότι το κάπνισμα είναι βλαβερό για την υγεία, αλλά η παγκόσμια κοινότητα αναγνώρισε το πρόβλημα σταδιακά μόνο μετά το 1950. Οι αντικαπνιστικές οργανώσεις της Γερμανίας -συχνά ήταν συνδεδεμένες και με οργανώσεις κατά του ποτού- εξέδωσαν τις πρώτες αντίθετες ανακοινώσεις κατά του καπνίσματος στο περιοδικό Der Tabakgegner (Ο αντίπαλος του καπνού) το 1912 και το 1932. Το 1929, ο Fritz Lickint από τη Δρέσδη, εξέδωσε μια έρευνα με επίσημα στατιστικά στοιχεία που συνέδεαν το κάπνισμα με τον καρκίνο του πνεύμονα. Και ενώ στην Γερμανία, οι αντικαπνιστικές ομάδες απέκτησαν φήμη, ήρθε το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η ήττα της Γερμανίας και το περιβόητο "Σχέδιο Μάρσαλ", όπου οι ΗΠΑ έστελναν δωρεάν καπνό στη Γερμανία, οπότε το κάπνισμα απέκτησε ξανά οπαδούς (πηγή).

Στην πινακίδα της φωτογραφίας -που είναι από το 1915 και είναι τραβηγμένη στο Zion του Ιλινόι- διαβάζουμε:

Καπνός

Η χρήση του καπνού, σε οποιαδήποτε μορφή, είναι μια βρώμικη, βρώμικο, αηδιαστική, εξευτελιστική συνήθεια. Κανένας κύριος δε θα χρησιμοποιεί καπνό σε αυτήν την πόλη.

Δεν έχετε κανένα δικαίωμα να μολύνεται, με τον καπνό την καθαρή ατμόσφαιρα που οι καθαροί άνθρωποι πρέπει να αναπνέουν, όπως και το να φτύνετε στο νερό που πρέπει να πίνουν.

Κόψτε το, ηλίθιοι, πριν αποκομίσετε καρκίνο ή κάποια από τις πολλές ασθένειες που προκαλούνται από τη χρήση του βρώμικου, άσχημου, δύσοσμου πράγμα.

Η ιστορία του καφέ: Πώς έφτασε στην Ανατολή και εξαπλώθηκε στην Ευρώπη


Με περιπετειώδη τρόπο και μέσα από πολέμους έφτασε στην Ευρώπη το πιο διάσημο ρόφημα του πλανήτη, ο καφές, ο οποίος ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά στην Ανατολή κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα και στη συνέχεια κατέκτησε όλο τον κόσμο.

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Η εξέλιξη του Photoshop από το 1988 ως το 2012


Το Adobe Photoshop ήταν πάντα ένα από τα καλύτερα -αν όχι το καλύτερο- εργαλείο για επεξεργασία εικόνας. Όλα ξεκίνησαν το 1987, όταν ο Thomas Knoll αποφάσισε να δημιουργήσει ένα πρόγραμμα για τους υπολογιστές Mac.

Με το πέρασμα των χρόνων και μετά από δυο δεκαετίες συνεχόμενων αναβαθμίσεων, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως ήταν το Photoshop τις πρώτες μέρες. Δείτε την εξέλιξη του μέσα από τα εικονίδια, τις εργαλειοθήκες και την επιφάνεια εργασίας του.